Παπαϊωάννου Άγγελος
Κάθε χρόνο πολλοί νέοι άνθρωποι ξεκινούν τις πανεπιστημιακές σπουδές τους, μέσα από διαφορετικές διαδικασίες εισαγωγής και από ποικίλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα. Με την είσοδό τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τους δίνεται μια μοναδική ευκαιρία: να αποκτήσουν επιστημονική γνώση. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν θα αποκτήσουν γνώση, αλλά τι είδους γνώση θα αποκτήσουν τελικά: απλή, πληροφοριακή γνώση ή γνώση υψηλής ποιότητας, η οποία μπορεί να μετασχηματίσει τον τρόπο σκέψης τους και να αποτελέσει εφαλτήριο προόδου για όλη τους τη ζωή.
1η. Συμμετοχή στις παραδόσεις των μαθημάτων.
2η. Μελέτη των αντίστοιχων βιβλίων.
3η. Εφαρμογή της γνώσης μέσω επίλυσης προβλημάτων.
Κάθε φάση έχει τον δικό της φορέα και αποδέκτη γνώσης, και όλες μαζί συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα που οδηγεί σε πλήρη και ουσιαστική αφομοίωση της επιστημονικής ύλης».
Ας ξεκινήσουμε με την 1η Φάση, τη συμμετοχή στις παραδόσεις. Τι σημασία έχει αυτή για τον φοιτητή;
-
Το θεωρητικό επίπεδο, που αφορά την ποιότητα της διδασκαλίας και
-
το πραγματικό επίπεδο, που διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση με το ακροατήριο»
«Καθορίζεται από τρεις κυρίως παράγοντες:
-
Το βάθος και την έκταση της επιστημονικής γνώσης του καθηγητή,
-
την προετοιμασία και την ακριβή οργάνωση της ύλης του μαθήματος και
-
την προτεραιότητα που δίνει ο καθηγητής στη διδασκαλία ως εκπαιδευτική διαδικασία».
«Σημαντικό ρόλο παίζουν:
-
Το επίπεδο των προαπαιτούμενων γνώσεων,
-
η προσοχή και η ενεργή συμμετοχή στη διδασκαλία και
-
η αποφυγή της υπερβολικής εξάρτησης από σημειώσεις.
Πολλοί φοιτητές αρκούνται μόνο σε πρόχειρες σημειώσεις. Ακόμη κι αν έτσι καταφέρουν να περάσουν τα μαθήματα, η πραγματική μαθησιακή τους ωφέλεια είναι περιορισμένη».
«Οι σχετικές μελέτες δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των γνώσεων που αποκτώνται στην παράδοση χάνεται μέσα σε λίγες ημέρες, αν ο φοιτητής δεν μελετήσει τη διδαχθείσα ύλη του μαθήματος εντός των επόμενων 36 ωρών. Η άμεση επανάληψη σταθεροποιεί τις νέες πληροφορίες και συμβάλει στην ουσιαστική αφομοίωσή τους».
Ας περάσουμε στη 2η Φάση: τη μελέτη των βιβλίων. Πώς συμβάλει αυτή;
«Σε αυτή τη φάση ο φορέας γνώσης είναι το βιβλίο και αποδέκτης ο φοιτητής. Το βιβλίο παρέχει ολοκληρωμένη γνώση, αλλά το αποτέλεσμα εξαρτάται από τον τρόπο μελέτης. Υπάρχουν δύο μέθοδοι: η μηχανική μάθηση και η κριτική μάθηση».
«Η μηχανική μάθηση οδηγεί απλώς σε στείρα αποστήθιση. Η κριτική μάθηση, αντίθετα, είναι ενεργητική: ο φοιτητής επεξεργάζεται, ερμηνεύει, συνδέει και αφομοιώνει τη γνώση. Μόνο έτσι μπορεί να την εφαρμόσει σε πραγματικές καταστάσεις. Επίσης η βαθύτερη κατανόηση της ύλης χρειάζεται και “δημιουργική” αμφισβήτηση. Για παράδειγμα, διαβάζει κάποιος τον ορισμό του ιδανικού αερίου, ως να είναι θέσφατο (δηλαδή θεωρεί ότι έχει απόλυτη ισχύ). Ας αναρωτηθεί, ο κορεσμένος υδρατμός είναι ιδανικό αέριο;»
«Ο καταλληλότερος χρόνος μελέτης είναι εκείνος που δεν προκαλεί πνευματική κόπωση και επιτρέπει σταθερή αφομοίωση της ύλης. Μια πρακτική μέθοδος είναι η εστιασμένη μελέτη σε μικρά διαστήματα, για παράδειγμα 30 λεπτά μελέτη και 10 λεπτά διάλειμμα. Κάθε φοιτητής μπορεί να προσαρμόσει τη διάρκεια των διαστημάτων (μελέτης και διαλείμματος) ανάλογα με τις ανάγκες του».
«Υπάρχουν τρεις βασικοί δρόμοι:
-
Άμεση επικοινωνία με τον καθηγητή,
-
Συζητήσεις με συμφοιτητές και
-
Χρήση πρόσθετου εκπαιδευτικού υλικού.
Πολλοί φοιτητές δεν αξιοποιούν αυτές τις δυνατότητες και αφήνουν απορίες ανεπίλυτες, γεγονός που δυσκολεύει την κατανόηση της ύλης».
«Στις θετικές και τεχνολογικές επιστήμες (και όχι μόνο) τα μαθήματα είναι αλληλένδετα. Εάν ο φοιτητής παραμερίσει τα προαπαιτούμενα, δυσκολεύεται αργότερα στα προχωρημένα μαθήματα, με αποτέλεσμα τη μείωση της ποιότητας των σπουδών του».
«Πιστεύω ότι η χρήση πολλαπλών συγγραμμάτων είναι όχι μόνο χρήσιμη, αλλά συχνά απαραίτητη. Κανένα σύγγραμμα δεν μπορεί να καλύψει πλήρως μια δεδομένη επιστημονική περιοχή. Η μελέτη περισσότερων συναφών συγγραμμάτων προσφέρει πολλαπλές οπτικές και διαφορετικούς τρόπους εξήγησης, πιο βαθιά κατανόηση της ύλης και ενίσχυση της κριτικής σκέψης. Ο φοιτητής που χρησιμοποιεί πολλαπλή βιβλιογραφία έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει επιχειρήματα, μεθοδολογίες και επίπεδα ανάλυσης, και, προφανώς, καλύπτει πιθανά κενά που υπάρχουν στο βασικό σύγγραμμα του μαθήματος.
Όμως, εκτός από την πολλαπλή βιβλιογραφία, ένα εξαιρετικό εργαλείο που μπορεί να ενισχύσει τη μάθηση είναι το διαδίκτυο (internet), το οποίο παρέχει άμεση πρόσβαση σε έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών και γνώσεων, που υπάρχουν σε ψηφιακές εγκυκλοπαίδειες, διεθνείς βιβλιοθήκες και τράπεζες δεδομένων. Ωστόσο, παρά τα πλεονεκτήματα του διαδικτύου στον τομέα της πληροφόρησης, η χρήση του σε ορισμένες περιπτώσεις εγκυμονεί κινδύνους. Για παράδειγμα, ενδέχεται ο χρήστης του διαδικτύου να συναντήσει ιστοσελίδες με ανακριβείς ή ψευδείς πληροφορίες (“σκουπίδια”), που δημοσιεύονται είτε λόγω ημιμάθειας ή ακόμη και δόλου. Για τον λόγο αυτό, ο φοιτητής πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και επιφυλακτικός για την αξιοπιστία μιας ιστοσελίδας, πριν δώσει βάρος σε όσα έχουν γραφτεί σε αυτήν».
«Σε αυτή τη φάση ο φοιτητής είναι ταυτόχρονα φορέας και αποδέκτης της γνώσης. Πρέπει να εφαρμόσει τις γνώσεις που απέκτησε στις δύο προηγούμενες φάσεις, λύνοντας σχετικά προβλήματα και απαντώντας σε θέματα κρίσης που περιέχονται στα αντίστοιχα συγγράμματα. Η απλή απομνημόνευση λυμένων ασκήσεων δεν οδηγεί σε επιστημονική σκέψη, μόνο η κατανόηση της διαδικασίας επίλυσης δημιουργεί πραγματική γνώση».
«Η αποκτώμενη ποιοτική γνώση αναβαθμίζει τον τρόπο σκέψης. Ενισχύει την κριτική ικανότητα, επιτρέπει την τεκμηρίωση των απόψεων και ενδυναμώνει τη δημιουργική επίλυση προβλημάτων. Η σχέση είναι αμφίδρομη: η ποιοτική γνώση καλλιεργεί την κριτική σκέψη, και η κριτική σκέψη απαιτεί ποιοτική γνώση. Η μηχανική αποστήθιση, αντίθετα, στερεί τον φοιτητή από αυτή την πνευματική δυνατότητα».
«Η γνώση είναι πράγματι ένα “ευπαθές προϊόν”. Χωρίς συστηματική επανάληψη, μειώνεται με τον χρόνο. Η αποτελεσματική διατήρηση της γνώσης επιτυγχάνεται μέσω τακτικής και κατανεμημένης στον χρόνο επανάληψη της ύλης. Έχει διαπιστωθεί ότι η μάθηση που κατανέμεται σε μικρότερα αλλά επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα, διατηρείται πολύ περισσότερο από την εντατική μελέτη της ύλης λίγο πριν την εξέταση».
«Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) είναι ένα πολύ ισχυρό εργαλείο. Μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του γνωστικού φορτίου, στη διευκρίνιση δύσκολων εννοιών ή στην παροχή παραδειγμάτων που ίσως δεν προσφέρει το σύγγραμμα. Ωστόσο, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι η συστηματική εξάρτηση από την ΤΝ μπορεί να ενισχύσει γνωστικές αδράνειες, να μειώσει την κριτική σκέψη και να περιορίσει την ικανότητα του φοιτητή να μαθαίνει αυτόνομα. Συμπερασματικά, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει την ποιοτική γνώση μόνο όταν χρησιμοποιείται υποστηρικτικά και όχι ως “υποκατάστατο σκέψης”».
«Η χρυσή τομή βρίσκεται στη συνδυαστική μάθηση. Ο φοιτητής πρέπει να καλλιεργεί την κριτική σκέψη, την επιμονή στην επίλυση προβλημάτων και την ικανότητα να χειρίζεται το επιστημονικό υλικό μόνος του. Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διευκρίνισης, ενισχυτής της επανάληψης και “συνοδηγός” στην επίλυση δύσκολων ζητημάτων, όχι όμως ως αυτόματος “παροχέας” απαντήσεων. Αντίστοιχα, στόχος του καθηγητή είναι να υποστηρίξει τον ρόλο του Πανεπιστημίου να αναπτύξει επιστήμονες με αυτονομία σκέψης και όχι χρήστες που βασίζονται σε μια μηχανή για να κατανοήσουν τη γνώση, την οποία οι ίδιοι δεν έχουν κατακτήσει».
Και μια τελευταία ερώτηση. Τι σημαίνει κριτική σκέψη στην πράξη;

















